Στα τέλη Απριλίου γράφαμε σ’ αυτή τη στήλη για τις προσπάθειες των Βρυξελλών στα ζητήματα ψηφιακής κυριαρχίας στο υπολογιστικό νέφος, το πολυσυζητημένο θέμα του sovereignty cloud. Με απλά λόγια, την απεξάρτηση (όσο αυτό είναι δυνατό, βεβαίως, καθώς πρόκειται για καθεστώς δεκαετιών και δύσκολα ‘γυρίζει ο ήλιος’) από τους αμερικανικούς hyperscalers, οι οποίοι ελέγχουν σχεδόν στο σύνολό της τη συγκεκριμένη αγορά.
Το μείζον, προφανώς, για τη λειτουργικότητα αλλά και την ασφάλεια της Ευρώπης θέμα απέκτησε νέες διαστάσεις, μετά τις σχετικά πρόσφατες αποκαλύψεις ότι -βάσει της ισχύουσας αμερικανικής νομοθεσίας- αυτές οι εταιρίες είναι υποχρεωμένες να αποκαλύπτουν και να παραδίδουν, αν τους ζητηθεί από την κυβέρνησή τους, δεδομένα των πελατών τους, όποιοι κι αν είναι αυτοί – κράτη ή επιχειρήσεις.
Και γιατί να το κάνει αυτό η Ουάσιγκτον; ίσως αναρωτηθείτε… Ελάτε, τώρα! Γιατί, ο νυν ένοικος του Λευκού Οίκου συχνά-πυκνά έχει περίεργες επιθυμίες, τις οποίες ενθαρρύνουν από τη μια οι κακοί σύμβουλοί του κι από την άλλη ο ‘ιδιόρρυθμος’ (‘to say the least’, που λένε και στο Washington DC) χαρακτήρας του. ‘Βαρομετρικό χαμηλό’ στα θέματα εμπιστοσύνης, λοιπόν, κι ας επιμένουν οι hyperscalers ότι αυτά δεν γίνονται – νομικά, είναι υποχρεωμένοι, άρα μπορούν να γίνουν, ασχέτως αν δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ήδη έγιναν, σε κάποιες περιπτώσεις…
Γι’ αυτό και η Ευρώπη παίρνει τα μέτρα της. Το θέμα του sovereign cloud ήταν το hors d’ oeuvre, το προδόρπιο, για να το πούμε στη γλώσσα μας. Το κυρίως ‘πιάτο’ σερβιρίστηκε την περασμένη εβδομάδα και είναι το νέο Πακέτο Τεχνολογικής Ανεξαρτησίας (Technological Sovereignty Package), στο οποίο -εκτός του cloud, για το οποίο ήδη έγιναν οι πρώτες κινήσεις- περιλαμβάνεται επίσης νέα Στρατηγική για το Ανοικτό Λογισμικό (Open Source Strategy), η οποία διευρύνει τις προσπάθειες απεξάρτησης και στο χρησιμοποιούμενο στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα (σχεδόν αποκλειστικά αμερικανικής προέλευσης) λογισμικό.
Ο απώτερος στόχος προφανής: αφενός η απεξάρτηση, αφετέρου η ενίσχυση της ευρωπαϊκής τεχνολογικής αυτονομίας. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της Επιτροπής, ‘η Ευρωπαϊκή Ένωση δαπανά σήμερα περίπου 264 Β€ ετησίως για προϊόντα και υπηρεσίες πληροφορικής, με το μεγαλύτερο μέρος αυτών των δαπανών να κατευθύνεται σε ιδιόκτητες λύσεις λογισμικού. Η κατάσταση αυτή έχει δημιουργήσει μακροχρόνιες εξαρτήσεις από συγκεκριμένους προμηθευτές και έχει περιορίσει την ευελιξία των δημόσιων οργανισμών και επιχειρήσεων’.
Η νέα στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΣΣ. που περιλαμβάνει πολλές ακόμα επεμβάσεις, από τους ημιαγωγούς ως τα AI Gigafactories, για τις οποίες περισσότερα προσεχώς, με όλες τις απαραίτητες διευκρινίσεις, καθώς μιλάμε για έναν πακτωλό χρηματοδοτήσεων ύψους 300 Β€ ως το 2030) αναγνωρίζει το Ελεύθερο & Ανοιχτό Λογισμικό ως στρατηγικό εργαλείο για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης. Παράλληλα, αναδεικνύει τις θεμελιώδεις ελευθερίες που το συνοδεύουν: τη δυνατότητα χρήσης, μελέτης, διαμοιρασμού και βελτίωσης του λογισμικού’.
Κεντρικό στοιχείο της νέας πολιτικής αποτελεί η εισαγωγή της αρχής ‘Open Source First’ μέσω του επερχόμενου νομοθετήματος Cloud and AI Development Act (CADA). Σύμφωνα με αυτή, οι δημόσιες διοικήσεις θα πρέπει να προτιμούν λύσεις ανοιχτού λογισμικού στις προμήθειες λογισμικού για υποδομές cloud και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Επιπλέον, το λογισμικό που αναπτύσσεται ή αποκτάται με δημόσιους πόρους θα πρέπει να είναι ελεύθερα διαθέσιμο, προκειμένου να επαναχρησιμοποιηθεί από άλλους δημόσιους φορείς. Προφανής στόχος, η μείωση του φαινομένου του «vendor lock-in», δηλαδή της εξάρτησης από έναν μόνο (στη συντριπτική πλειοψηφία, αμερικανικής προέλευσης) προμηθευτή τεχνολογικών λύσεων.
Ευγενής ο σκοπός, αλλά πόσο εύκολο είναι να γίνει κάτι τέτοιο; Κακά τα ψέματα, είναι πολύ δύσκολο! Το σημερινό καθεστώς έχει βαθιές ρίζες, έχοντας διαμορφώσει ολόκληρες γενιές εργαζομένων, αλλά και την ίδια την αγορά. Δεν έχουν καθόλου άδικο, λοιπόν, οι ειδικοί που επισημαίνουν ότι η επιτυχία της στρατηγικής θα εξαρτηθεί από την αποτελεσματική εφαρμογή της και την αποφυγή πιθανών ‘παραθύρων’ που θα μπορούσαν να περιορίσουν την πρακτική της επίδραση.
Και, όπως ήταν αναμενόμενο, έχει ξεσηκώσει αντιδράσεις, ακόμα κι από ευρωπαϊκούς φορείς της αγοράς, όπως το ITI (Information Technology Industry Council) που ναι μεν αναγνωρίζει την ανάγκη λήψης κάποιων μέτρων, απέναντι στην αμερικανική κυριαρχία (τι στην οργή; Ευρωπαίοι είναι κι αυτοί, έστω κι αν συχνά αντιπροσωπεύουν αμερικανικές επιχειρήσεις), από την άλλη, όμως, επισημαίνει πως ‘η καταφυγή σε γεωγραφικά και εθνικά κριτήρια δεν είναι σίγουρο ότι θα αυξήσει την κυριαρχία, ούτε συμβάλλει στην ενίσχυση της καινοτομίας…’
Έχει πολύ ψωμί αυτή η υπόθεση!








